Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Aλιάκμονας, «το Ποτάμι»

Άρθρο της Έλλης Λαμπρέτσα
αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα mikrovalto gr του μικρού δήμου πάνω απ' το Κόκκινο Φαράγγι του Αλιάκμονα.

Δίπλα μας, σαν φυσικό όριο στα βορειοδυτικά του Μικροβάλτου ρέει ο ποταμός Αλιάκμονας που για τους δικούς μας πάντα αναφέρονταν, σαν «το Ποτάμι».

Καθαρά βουνήσιοι, οι Μικροβαλτινοί είχαν μια περίεργη σχέση με τα νερά, σχέση ανάγκης, φόβου και αγάπης.

H επιλογή της θέσης των οικισμών είχε πάντα να κάνει με την παρουσία του νερού γύρω. Ο οικισμός χρειάζεται πόσιμο νερό, πρέπει όμως να είναι και σε απόσταση ασφαλείας από επικίνδυνα τρεχούμενα νερά. Πόσιμο νερό εξασφάλιζαν κυρίως από πηγές. Το Ποτάμι όμως, αποτελούσε μαζί με το δύσβατο των παρειών των βουνών και ένα εμπόδιο, ένα φράγμα, για πιθανούς εχθρούς, παρέχοντας φυσική προστασία στους κατοίκους της περιοχής. Η έλλειψη γέφυρας στο «δικό μας» κομμάτι του ποταμού έκανε τη διάβασή του τους χειμερινούς μήνες δύσκολη. Πιο ψηλά στο ποτάμι, το πέρασμα γίνονταν κρυφά, από τους ντόπιους, κοντά στη μονή της Ζάβορδας με στη σπαρτίνα, σχοινί και δύχτι, εναέρια, ανάμεσα σε δυό απόκρημνες όχθες, που πλησίαζαν η μια την άλλη. Οι ταξιδιώτες όμως που έρχονταν από Κοζάνη αναγκάζονταν να περάσουν τη γέφυρα του ποταμού στη σημερινή θέση της Νεράιδας (μια ξυλογέφυρα μήκους περίπου 15 και πλάτους 5 μέτρων) και να ακολουθήσουν το δρόμο από τα Σέρβια, πράγμα που για κάποια χρόνια, τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ευνοούσε την απομόνωση που αποζητούσαν οι κάτοικοι της περιοχής.


Την απομόνωση αυτή αντίθετα, οι κάτοικοι πάλεψαν με κάθε τρόπο να την αποτρέψουν από τότε που τα πράγματα έστρωσαν στην Ελληνική επικράτεια, φτιάχνοντας δρόμους και γέφυρες για να υπερπηδήσουν το εμπόδιο του ποταμού.

Με το Ποτάμι οι Μικροβαλτινοί είχαν και μια σχέση φόβου, όχι αδικαιολόγητη αν αναλογισθεί κανείς τα παρακάτω γεγονότα. Όταν ύστερα από τους βαρείς χειμώνες του παρελθόντος τα χιόνια έλιωναν την άνοιξη, οι χείμαρροι κατέβαζαν ορμητικά νερά, που τους έκαναν αδιάβατους. Άγνωστο πόσα χρόνια πριν, η παράδοση μας λέει για τον λάκκο της Κατερίνης, πως εκεί πνίγηκε μια γυναίκα μ’ αυτό το όνομα. Αργότερα, στις 28 Οκτωβρίου του 1917, πηγαίνοντας σαν μάρτυρες σ’ ένα δικαστήριο στην Κοζάνη, πνίγηκαν στο ρεύμα του Αλιάκμονα οι Τζιώνας Δημήτριος και Ζαραβίγγας Αθανάσιος, κάτοικοι του Μικροβάλτου. Στα 1959 πνίγηκε στο ποτάμι ο Αντώνης Νατσιόπουλος, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, αφήνοντας δυο μικρά παιδιά ορφανά.

Ήρεμο την Άνοιξη και το Καλοκαίρι, άγριο κι αδιάβατο το Φθινόπωρο και το Χειμώνα, το Ποτάμι είχε έντονη παρουσία στη ζωή των ντόπιων και καθένας έχει κάτι σχετικά να διηγηθεί. Η Σ.Ν.-Λ. μας είπε: «όταν καίγονταν τα Σέρβια το 1943 πήγαινα στο Γυμνάσιο στην Κοζάνη. Τότε, επειδή η κατάσταση ήταν δύσκολη, ήρθε ο πατέρας μου να μας πάρει στο χωριό εμένα και την Ευδοξία, που κατάγονταν από τα Σέρβια. Είχε δύο μουλάρια, μας ανέβασε στις σέλες και μας είπε. Δεν θα κοιτάτε κάτω, θα σας πάρει το νερό, θα κοιτάτε μπροστά, τα μουλάρια θα σας βγάλουν απέναντι. Το Ποτάμι ήταν φουσκωμένο, αν κοιτούσες κάτω ζαλιζόσουν, τα μουλάρια μ’ εμάς επάνω τους μπήκαν ως το λαιμό στο νερό, πιανόμασταν γερά και κοιτούσαμε μπροστά κι έτσι καταφέραμε και περάσαμε μούσκεμα αλλά σώες». Στο σημείο αυτό του περάσματος έγινε αργότερα η γέφυρα της Αιανής. Κι ο Α. Καβ. μας διηγήθηκε την περιπέτειά του όταν κάποια φορά το τρακτέρ, με το οποίο μετέφερε κυνηγούς βάλτωσε στην άμμο των «ναυρικών».

Στις όχθες του το Ποτάμι είχε πλούσια βλάστηση, δάσος από αιωνόβια πλατάνια κυρίως και άφθονη βοσκή για τα κοπάδια, που οι κτηνοτρόφοι την άνοιξη τα κατέβαζαν ως εκεί, ένα μαγευτικό περιβάλλον τους θερινούς μήνες. Όλοι οι παλιοί θυμούνται τα μαντριά του μπάρμπα Μίκα και του Βέττα, όπως και στα χρόνια μας του αδικοχαμένου Χαμπίδη. Η πιο προσιτή περιοχή του ποταμού ήταν τα «Αναβρυκά», όπου υπάρχουν ακόμα και τώρα πηγές, που αναβλύζει νερό μέσα από τη γη. Ο Ιλαρίων Ρολόγης, ο καλόγερος της μονής Ζιδανίου από το 1897 και μετά, είχε φυτέψει κοντά στα νερά μουριές για εκτροφή μεταξοσκώληκα για να κάνει μετάξι. Και οι μελισσοκόμοι έφερναν στα «ναυρικά» τα μελίσσια τους γιατί η ποικιλία των λουλουδιών ευνοούσε τη μελισσοτροφία κι ας ήταν η μετακίνηση των κυψελών δύσκολη μια και η μεταφορά τους γίνονταν πάνω σε μουλάρια και γαϊδούρια μέσα από μονοπάτια κάποιες φορές δύσκολα. Θυμάμαι κάποια άνοιξη που έβρεξε πολύ κι έτρεξαν οι δύο μελισσοκόμοι ο Χρήστος ο Μανάδης (δεν ήταν ακόμα τότε ιερέας) και ο Κων/νος Νατσιόπουλος να σώσουν ότι μπορούσαν από τα μελίσσια τους εκεί.

Κοπάδια πουλιά έρχονταν σ’ αυτόν τον φανταστικό τόπο, αγριόχηνες, ζευγάρια πέρδικες, κίσσες, αγριοπερίστερα, σπίνοι, αετοί, όρνια, σαΐνια, καρδερίνες κι αηδόνια και ζώα πολλά ζούσαν εκεί, αλεπούδες, ασβοί, κουνάβια, λαγοί, χελώνες , βίδρες αλλά και φίδια κι οχιές τα καλοκαίρια και λύκοι καμιά φορά τους χειμώνες. Και πιο ψηλά, στο δάσος του μοναστηριού του Ζιδανίου ζαρκάδια και αγριογούρουνα. Δεν υπήρχαν εκείνα τα χρόνια οι θόρυβοι από τις δραστηριότητες του ανθρώπου που διώχνουν τα ζωντανά. Οι ντόπιοι κατέβαιναν κάποτε στο Ποτάμι και για αναψυχή, όπως τις πρωτομαγιές και τότε απολάμβαναν τις χαρές του, τα ήρεμα καθαρά νερά, τον παχύ ίσκιο των αιωνόβιων πλατανιών. Στις αρχές της δεκαετίας του 60, θυμάμαι ακόμα κι έναν Αθηναίο, τον Κορνάρο, είχε βιβλιοπωλείο στην Αθήνα κι έρχονταν σαν κυνηγός να κυνηγήσει μαζί με ντόπιους κυνηγούς στα δικά μας βουνά.


Η έξοδος της περιοχής από την απομόνωση, εκεί, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 60 έδωσε τη διαχείριση για το «δικό μας ποτάμι» σε άλλα χέρια.

Έτσι, το 1972 μαζί με την τεχνολογική πρόοδο, αρχίζει η μεγάλη οικολογική καταστροφή. Ξεκινούν τα έργα για το φράγμα Πολυφύτου, που ολοκληρώνονται το 1974. Η ΔΕΗ απαλλοτριώνει τις περιοχές κοντά στο ποτάμι και δίνει άδεια σε ιδιώτες για ξύλευση. Όλα τα αιωνόβια πλατάνια κόβονται. Κανείς δεν κάνει ακόμα λόγο για την αξία του υδροβιότοπου. Ζώα και πουλιά τρομάζουν, σκορπίζουν, χάνονται, προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Ταυτόχρονα γίνεται η γέφυρα της Αιανής, που δίνει την ευκαιρία απ’ ευθείας οδικής σύνδεσης της περιοχής των Καμβουνίων με Κοζάνη και όχι πια μέσω Σερβίων.

Από το 1982 αρχίζει να λειτουργεί σε έντονο βαθμό το εργοστάσιο αμιάντου. Καμία πρόνοια για το περιβάλλον, τόνοι εξόρυξης εναποτίθενται στις πλαγιές, καλύπτουν το παλιομανάστηρο με άλλα αιωνόβια πλατάνια. Τα χωριά ωστόσο γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη και άνθιση, μια που οι περισσότεροι κάτοικοι πιάνουν εκεί δουλειά και μένουν στον τόπο τους. Το πρόβλημα και η έλλειψη προγραμματισμού φάνηκε με το κλείσιμο του εργοστασίου ΜΑΒΕ, μετά το 2000.

Και με το νέο υδροηλεκτρικό φράγμα της Λαριούς που γίνεται στις μέρες μας συνεχίζουμε τα σφάλματα του παρελθόντος। Οι όχθες του ποταμού ξηλώνονται αλύπητα, αρπάζεται η ασπίδα του ποταμού, το αμμοχάλικο και μαζί του ξηλώνονται και τα οικοσυστήματα που βρίσκονται δίπλα στον ποταμό, απαραίτητα για τα πουλιά και τα ψάρια, αλλά και τους ανθρώπους। Μάταια διαμαρτύρεται ο τοπικός σύλλογος και οι οικολόγοι. Να αναφέρουμε εδώ και τον αναβρασμό που επικρατεί αυτόν τον καιρό στην περιοχή, στους γύρω δήμους και ενεργούς πολίτες από τον κίνδυνο που διατρέχει από τα έργα για το φράγμα η σκήτη του Αγίου Νικάνορα στο μοναστήρι της Ζάβορδας.





Σήμερα το Ποτάμι, από ένα σημείο και κάτω, έχει γίνει λίμνη. Τα νερά άλλοτε κατεβαίνουν παραχωρώντας τη θέση τους σε 4-5 ρηχές λωρίδες ποταμού κι άλλοτε ανεβαίνουν, φουσκώνουν και παίρνουν μέσα δέντρα και μονοπάτια. Τα πλατάνια άρχισαν να ξαναφυτρώνουν στις όχθες του, σε μια προσπάθεια της φύσης να επουλώσει τις πληγές της. Κοπάδια πουλιών άρχισαν να ξαναβρίσκουν καταφύγιο στα δένδρα και τα νερά. Πελαργοί, γεράκια, αγριόπαπιες κι άλλα πουλιά, ακόμα και πελεκάνοι

θεάθηκαν στις όχθες του (λέγεται πως παρατηρήθηκαν 215 είδη πουλιών). Ψάρια ζουν μέσα στα νερά του και επαγγελματίες αλλά και ερασιτέχνες ψαράδες αλιεύουν συχνά (γίνεται λόγος για 33 είδη ψαριών μεταξύ των οποίων γριβάδι και πέστροφα).

Τα νερά του υδρεύουν οικισμούς και καλλιέργειες, μολύνονται όμως σε κάποια σημεία από λιπάσματα και φυτοφάρμακα αλλού από αστικά λύματα κι ακόμα είναι «πλούσια» σε ίνες αμιάντου που παρασύρονται από τα νερά της βροχής από τις εναποθέσεις αμιάντου στις γειτονικές πλαγιές. Θεωρείται ότι το φράγμα Πολυφύτου συγκεντρώνει πολύ νερό και αυτοκαθαρίζεται αλλά κάποιος κίνδυνος παραμένει[4]. Έτσι, και παρ’ όλα αυτά, η Θεσσαλονίκη υδρεύεται από το δικό μας ποτάμι.

Τελευταία οικολόγοι, σύλλογοι, επιστήμονες ορνιθολόγοι (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία), ομάδες φυσικών αθλητικών δραστηριοτήτων, περιβαλλοντικές ομάδες σχολείων αλλά και πολιτικοί παράγοντες του τόπου αρχίζουν να ασχολούνται κάπως διαφορετικά με το ποτάμι μας, βλέποντας τα οφέλη που μπορεί να έχει μια ήπια εκμετάλλευσή του। «Πρωτοβουλία για την προστασία του Αλιάκμονα», «Υπεγράφη η διακήρυξη Βιώσιμος Αλιάκμονας- στόχος η ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων του Αλιάκμονα», «Να κάνουμε όλοι μαζί τον Αλιάκμονα το ποτάμι της ζωής μας», «Πρόταση για ίδρυση βοτανικού κήπου στον ποταμό Αλιάκμονα, είναι κάποιοι μόνο σχετικοί τίτλοι τοπικών εφημερίδων της Κοζάνης. Σε σχετικές εκδηλώσεις αναφέρεται ιδιαίτερα «ο υδροβιότοπος Μικροβάλτου-Ρυμνίου-Αιανής, όπου εντοπίζονται τα περισσότερα παρυδάτια πουλιά στη λίμνη Πολυφύτου και η σημασία της προστασίας της άγριας ζωής του από το ύψος της γέφυρας του Ρυμνίου έως το φράγμα του Ιλαρίωνα». (Δεν αναφέρω τα άρθρα της δικής μας εφημερίδας, που κατ’ επανάληψη έχει ασχοληθεί με το θέμα).

Γίνεται λοιπόν λόγος για ήπιες παρεμβάσεις, ιχθυοκαλλιέργεια, τόπους αναψυχής, άθλησης, τουρισμού. Κάθε Κυριακή και αργία πλήθος οι ψαράδες πάνω στις δύο γέφυρες της λίμνης αλλά και στις κοντινές στις γέφυρες όχθες. Το καλοκαίρι το ποτάμι μαζεύει πολύ κόσμο στη γιορτή των νερών, που γίνεται στο πλατανόδασος Ρυμνίου. Αφού το πλατανόδασος Μικροβάλτου καταστράφηκε και δεν ενδιαφέρεται κανείς πιά γι’ αυτό ούτε και το θυμάται, ας ακούγεται τουλάχιστον το πλατανόδασος Ρυμνίου.

Κι εμείς; Πού βρισκόμαστε εμείς; Τα εδάφη της παλιάς κοινότητας Μικροβάλτου αλλά και του σημερινού Δήμου Καμβουνίων συνορεύουν σε μεγάλο μήκος με το ποτάμι. Στην ουσία όλο το βορειοδυτικό σύνορο του Δήμου ακολουθεί τη ροή του ποταμού. Το ποτάμι μας παρουσιάζει, σύμφωνα με τα λόγια των ειδικών τεράστιο οικολογικό ενδιαφέρον με την ανάπτυξη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ορνιθοπανίδας και ιχθυοπανίδας ιδιαίτερα στο δικό μας κομμάτι με την ήπια ροή και τις ομαλές χαμηλές όχθες. Σύμφωνα με τους ίδιους, μπορούμε να έχουμε μεγάλα επιστημονικά, οικονομικά και ευρύτερα κοινωνικά οφέλη, και ανάπτυξη σε τομείς όπως η αλιεία, η κτηνοτροφία, η δασική ξυλεία, η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αναψυχή και ο οικοτουρισμός.

Σε κάθε τόπο, οι κάτοικοι επιδιώκουν τη δική του ξεχωριστή οικονομική ανάπτυξη. Θέλουν να συνεχίσουν να μένουν εκεί, να έχουν δουλειά, σχολεία, ιατρική περίθαλψη, δρόμους, πρώτα απ’ όλα όμως δουλειά. Η ανεργία μαστίζει τον τόπο μας. Ίσως μας δοθεί μια ακόμα ευκαιρία. Όπως πάντα χρειάζεται όραμα, τόλμη και βοήθεια και από τη μεριά της πολιτείας για πρωτοπόρες σχετικές με το ποτάμι πρωτοβουλίες από μέρους μας.

Ο Αλιάκμονας είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Ελλάδας με μήκος περίπου 290 συνολικά χλμ. Πηγάζει από το Βόιον όρος, περνάει από τους νομούς Καστοριάς, Γρεβενών, Κοζάνης, Ημαθίας και χύνεται στο Θερμαϊκό κόλπο. Το όνομα Αλιάκμων είναι σύνθετο και προέρχεται από το άλς (άλας, θάλασσα) και από το άκμων (αμόνι).

Το ποτάμι αυτό βρίσκεται δίπλα μας. Είναι στο χέρι μας να το προστατέψουμε, να το αναδείξουμε και να το χαρούμε.

Έλλη Λαμπρέτσα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου